Πολιτιστική Διπλωματία Και Επαναπατρισμός Πολιτιστικών Αγαθών. Συγκριτική Μελέτη Των Γλυπτών Του Παρθενώνα Και Των Μπρούτζινων Του Μπενίν

Cultural diplomacy and repatriation of cultural goods. Comparative study of the Parthenon sculptures and the bronzes of Benin (Αγγλική)

  1. MSc thesis
  2. ΗΛΙΑΣ ΚΑΛΥΒΑΣ
  3. Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων (ΔΠΜ)
  4. 04 Οκτωβρίου 2026
  5. Ελληνικά
  6. 95
  7. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
  8. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ
  9. Επαναπατρισμός πολιτιστικών αγαθών, επιστροφή πολιτιστικών αντικειμένων, πολιτιστική διπλωματία, μουσειακή διακυβέρνηση, Μουσείο Ακρόπολης, Βρετανικό Μουσείο, Μουσείο Horniman, Γλυπτά του Παρθενώνα, Μπρούντζινα του Μπενίν, δημόσιο όφελος
  10. ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ
  11. 10
  12. 84
  13. ΟΧΙ
    • Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το ζήτημα του επαναπατρισμού και της επιστροφής πολιτιστικών αγαθών μέσα από το πρίσμα της πολιτιστικής διπλωματίας, της μουσειακής διακυβέρνησης και της δημόσιας επικοινωνίας. Σκοπός της είναι να αναδείξει με ποιον τρόπο τα μουσεία δεν λειτουργούν απλώς ως χώροι φύλαξης και έκθεσης αντικειμένων, αλλά ως θεσμοί που διαμορφώνουν ενεργά θέσεις για την ιδιοκτησία, τη νομιμότητα, το δημόσιο όφελος και την πολιτιστική δικαιοσύνη. Η έρευνα εστιάζει συγκριτικά σε τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις, το Μουσείο Ακρόπολης, το Βρετανικό Μουσείο και το Μουσείο Horniman, τα οποία εκπροσωπούν τρεις διακριτές θεσμικές λογικές στο πεδίο των διεκδικήσεων επιστροφής.

      Μεθοδολογικά, η εργασία ακολουθεί ποιοτική και συγκριτική προσέγγιση με ανάλυση βιβλιογραφίας, θεσμικών κειμένων, νομοθετικών πλαισίων, ετήσιων εκθέσεων, δελτίων Τύπου και επίσημων δημόσιων παρεμβάσεων. Η ανάλυση οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες, το διεθνές και εθνικό νομικό πλαίσιο, τη μουσειακή διοίκηση και τη δημόσια επικοινωνία των σχετικών διεκδικήσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σύγκριση ανάμεσα στη γλώσσα της επανένωσης, που εκφράζεται κυρίως από το Μουσείο Ακρόπολης, στη γλώσσα της νόμιμης κτήσης και του οικουμενικού μουσείου, που εκφράζεται από το Βρετανικό Μουσείο, και στη γλώσσα της ηθικής επανόρθωσης και της συνεργατικής διακυβέρνησης, που αναδεικνύεται στην περίπτωση του Horniman.

      Τα βασικά συμπεράσματα δείχνουν ότι η πορεία ενός αιτήματος επιστροφής δεν εξαρτάται μόνο από την ιστορική προέλευση ή τη βία της αφαίρεσης ενός αντικειμένου, αλλά και από τη διοικητική αρχιτεκτονική του μουσείου, από τη δυνατότητα ερμηνείας του δικαίου και από την ικανότητα κάθε θεσμού να παράγει πειστική δημόσια αφήγηση. Το Μουσείο Ακρόπολης λειτουργεί ως χωρικό και ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ της μνημειακής ακεραιότητας. Το Βρετανικό Μουσείο διατηρεί τη θέση του μέσα από τη θεσμική αδράνεια, τη νομική θωράκιση και την επίκληση του δημόσιου οφέλους. Το Μουσείο Horniman, αντιθέτως, δείχνει ότι η επιστροφή μπορεί να αποτελέσει οργανωμένη θεσμική πράξη, όταν συνδυάζονται πολιτική βούληση, ηθική λογοδοσία και διαδικαστική σαφήνεια. Η εργασία καταλήγει ότι το μέλλον των επιστροφών θα εξαρτηθεί από τη μετάβαση από τη λογική της αντιπαράθεσης στη λογική της διακυβέρνησης, όπου η πολιτιστική κληρονομιά θα αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως αντικείμενο κατοχής αλλά και ως πεδίο δικαιοσύνης, συνεργασίας και αναδιανομής ερμηνευτικής αυθεντίας.

    • This dissertation examines the issue of repatriation and return of cultural property through the lenses of cultural diplomacy, museum governance, and public communication. Its main aim is to show that museums do not function merely as sites of custody and display, but as institutions that actively shape positions on ownership, legality, public benefit, and cultural justice. The study focuses comparatively on three emblematic cases, the Acropolis Museum, the British Museum, and the Horniman Museum, each of which represents a distinct institutional logic within the contemporary field of restitution and return claims.

      Methodologically, the dissertation adopts a qualitative comparative approach based on the analysis of academic literature, institutional documents, legal frameworks, annual reports, press releases, and official public statements. The analysis is structured around three main axes, international and national legal regulation, museum administration, and the public communication of return claims. Particular emphasis is placed on the contrast between the language of reunification, mainly represented by the Acropolis Museum, the language of lawful acquisition and the universal museum, represented by the British Museum, and the language of moral repair and collaborative governance, exemplified by the Horniman case.

      The main findings suggest that the trajectory of a return claim depends not only on the historical origin of an object or on the violence of its removal, but also on the administrative structure of the museum, the interpretive use of law, and the institution’s capacity to produce a persuasive public narrative. The Acropolis Museum functions as a spatial and interpretive argument for monumental integrity. The British Museum maintains its position through institutional inertia, legal protection, and the invocation of public benefit. The Horniman Museum, by contrast, demonstrates that return can become an organized institutional act when political will, moral accountability, and procedural clarity are combined. The dissertation concludes that the future of returns will depend on a shift from the logic of confrontation to the logic of governance, where cultural heritage is approached not only as an object of possession but also as a field of justice, cooperation, and redistribution of interpretive authority.

  14. Hellenic Open University
  15. Attribution-NoDerivatives 4.0 Διεθνές