Η παρούσα εργασία διερεύνησε τη βιωμένη σχέση ανάμεσα στη χαμηλή διάθεση/αυτοαναφερόμενη ψυχική επιβάρυνση και στην εμφάνιση ή/και επιδείνωση ψυχοσωματικών ή λειτουργικών συμπτωμάτων σε άτομα που παρακολουθούνταν διαιτολογικά. Κεντρικός στόχος ήταν να αποτυπωθεί όχι μόνο η συνύπαρξη ψυχικών και σωματικών εκδηλώσεων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι/ες οι διαιτώμενοι/ες νοηματοδότησαν αυτή τη σχέση στο πλαίσιο της καθημερινής τους ζωής. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις συνέπειες της ψυχικής και σωματικής επιβάρυνσης στην καθημερινή λειτουργικότητα, στη διατροφική συμπεριφορά, στην όρεξη, στις διατροφικές επιλογές και στη συμμόρφωση σε διαιτολογικές συστάσεις.
Για τη διεξαγωγή της έρευνας υιοθετήθηκε ποιοτικός ερευνητικός σχεδιασμός με ημι-δομημένες ατομικές συνεντεύξεις. Το δείγμα αποτέλεσαν δεκαέξι (16) ενήλικοι/ες διαιτώμενοι/ες, εκ των οποίων δεκατέσσερις (14) γυναίκες και δύο (2) άνδρες. Οι συμμετέχοντες/ουσες παρακολουθούνταν ή αναζητούσαν διαιτολογική φροντίδα και ανέφεραν ψυχοσωματικά, λειτουργικά ή γαστρεντερικά συμπτώματα, καθώς και μορφές ψυχικής επιβάρυνσης, όπως χαμηλή διάθεση, άγχος, κόπωση, διαταραχές ύπνου ή δυσκολία διατήρησης σταθερών καθημερινών ρουτινών. Από τις συνεντεύξεις, οκτώ (8) ηχογραφήθηκαν και απομαγνητοφωνήθηκαν, ενώ οκτώ (8) δεν ηχογραφήθηκαν, καθώς οι συμμετέχοντες/ουσες δεν συναίνεσαν στην ηχογράφηση· στις περιπτώσεις αυτές, οι απαντήσεις καταγράφηκαν γραπτώς κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Η διαφοροποίηση αυτή ελήφθη υπόψη κατά την ανάλυση και την ερμηνεία των δεδομένων, χωρίς να αναιρεί τον ποιοτικό χαρακτήρα του σχεδιασμού. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με θεματική ανάλυση, με στόχο την ανάδειξη επαναλαμβανόμενων μοτίβων νοήματος γύρω από τη σχέση διάθεσης, σωματικών συμπτωμάτων και διατροφικής αυτοδιαχείρισης.
Τα ευρήματα ανέδειξαν ότι η χαμηλή διάθεση και το άγχος βιώθηκαν συχνά με έντονο σωματικό αποτύπωμα, κυρίως μέσω γαστρεντερικής δυσφορίας, φουσκώματος, πόνου, διαταραχών ύπνου, κόπωσης και μειωμένης ενεργητικότητας. Παράλληλα, η σχέση διάθεσης και σωματικών συμπτωμάτων περιγράφηκε ως αμφίδρομη και κυκλική: η ψυχική επιβάρυνση φάνηκε να εντείνει τη σωματική δυσφορία, ενώ τα σωματικά συμπτώματα επιβάρυναν περαιτέρω τη διάθεση, την καθημερινή λειτουργικότητα και την αίσθηση ελέγχου. Ο κύκλος αυτός επεκτάθηκε και στη διατροφική πορεία των συμμετεχόντων/ουσών, καθώς συνδέθηκε με αστάθεια γευμάτων, δυσκολία συμμόρφωσης, μεταβολές στην όρεξη, παρορμητική κατανάλωση τροφής, ενοχές, αρνητική εικόνα σώματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερφαγικά ή βουλιμικού τύπου επεισόδια.
Συμπερασματικά, η μελέτη ανέδειξε ότι η διαιτολογική φροντίδα ατόμων με ψυχοσωματικά ή λειτουργικά προβλήματα χρειάστηκε να προσεγγιστεί ως πεδίο στο οποίο συναντώνται η σωματική δυσφορία, η ψυχική επιβάρυνση και η καθημερινή αυτοδιαχείριση. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η διάθεση, ο ύπνος, η κόπωση, το άγχος, η εικόνα σώματος και η δυνατότητα διατήρησης καθημερινών ρουτινών επηρέασαν ουσιαστικά τη διατροφική πορεία των συμμετεχόντων/ουσών. Παράλληλα, υποστήριξαν την ανάγκη για ευέλικτη, εξατομικευμένη και μη επικριτική διαιτολογική υποστήριξη, καθώς και για διεπιστημονική συνεργασία όπου αυτό κρίθηκε απαραίτητο.
Full text Περιγραφή: Διπλωματική Εργασία -Γαντζούδη Πολυξένη.pdf (pdf)
Book Reader Μέγεθος: 1.5 MB
Διερεύνηση της Σχέσης ανάμεσα στην Καταθλιπτική Συμπτωματολογία και σε Ψυχοσωματικά Νοσήματα σε Διαιτώμενους σε Διαιτολογικό Γραφείο - Identifier: 244800
Internal display of the 244800 entity interconnections (Node labels correspond to identifiers)