Τα σώματα της Εθνοφυλακής και της Οροφυλακής στη δίωξη της ληστείας τον 19ο αιώνα

The National Guard and the Mountain Guard in the prosecution of robbery in the 19th century (Αγγλική)

  1. MSc thesis
  2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΕΑΣ
  3. Νεώτερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία (ΣΕΙ)
  4. 8 Μαρτίου 2026
  5. Ελληνικά
  6. 82
  7. Διονύσιος Τζάκης
  8. Διονύσιος Τζάκης=Νικόλαος Αναστασόπουλος=Αντώνιος Κλάψης
  9. Ληστρικές συμμορίες - αγροτοκτηνοτροφικές κοινότητες - καταδιωκτικά σώματα - Εθνοφυλακή – Οροφυλακή - Βουλή - Γερουσία - “στοιχεία αταξίας”.
  10. ΣΕΙ
  11. 97
  12. 0
    • Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

      Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα τα οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νεοσύστατο ελληνικό κράτος μετά τον τερματισμό του Αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821 ήταν αυτό της δράσης ληστρικών ομάδων, κυρίως στην ορεινή επαρχία της Ρούμελης. Το φαινόμενο της ληστείας επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και καθολικά (πολιτικά – κοινωνικά - οικονομικά) τη ζωή του νέου κράτους. Και μπορεί να είχε τις ρίζες του στα παραδοσιακά στοιχεία της κλεφτουριάς κατά την τουρκοκρατία, διαφοροποιούνταν ωστόσο ως προς τις αιτίες που το γέννησαν και τους λόγους που το συντήρησαν μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, καθιστώντας τόσο δύσκολη της αντιμετώπισή του.

      Στην προσπάθεια αυτή, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την εποχή του Όθωνα και μετά, εφάρμοσαν πλήθος μέτρων δικαιικού, οικονομικού και κατασταλτικού χαρακτήρα. Ως προς το τελευταίο, ιδρύθηκαν ένοπλα σώματα με αποκλειστική αποστολή - τουλάχιστον στην αρχή - την δίωξη της ληστείας, με σημαντικότερα εξ αυτών την Εθνοφυλακή και την Οροφυλακή.

      Στις επόμενες δεκαετίες η πολιτεία δεν έπαψε να ασχολείται με πλήθος θεμάτων τα οποία προέκυψαν από την δράση των σωμάτων αυτών. Ο χαρακτήρας τους, η στελέχωσή τους, ο στόχος και η αποτελεσματικότητά της δράσης τους, οι δικτυώσεις τους τόσο στο πλέγμα των πολιτικών συμφερόντων και επιδιώξεων, όσο και εντός των αγροτοκτηνοτροφικών κοινοτήτων, οι έκνομες ενέργειές τους σε παράβαση της αποστολής τους κ.ά., ήταν μερικά μόνο από τα ζητήματα τα οποία προέκυπταν διαρκώς στον δημόσιο κοινωνικό και πολιτικό διάλογο.

      Τα δύο σώματα, άλλοτε συνεισφέροντας στην αντιμετώπιση της ληστείας και άλλοτε δημιουργώντας περισσότερα προβλήματα από όσα καλούνταν να λύσουν, συνέθεταν διαρκώς ένα πλαίσιο προβληματισμών στους οποίους δύσκολα δινόταν μια σαφής απάντηση. Έτσι, με την πάροδο των δεκαετιών πλήθαιναν οι φωνές που αμφισβητούσαν το ρόλο ύπαρξής τους. Τελικά, εγκλωβισμένα σε μια λίγο έως πολύ προβλέψιμη πορεία, παροπλίστηκαν μέσω διαφορετικών δρόμων. Η Οροφυλακή καταργήθηκε, ενώ η Εθνοφυλακή περιορίστηκε σε εντελώς δευτερεύοντες ρόλους, θυμίζοντας ελάχιστα τον αρχικό σχεδιασμό της.

    • One of the most significant problems the Greek state was called to confront, after the end of the war for independence of 1821, was the activity of bandit groups, mainly in the mountainous region of Roumeli. This phenomenon of banditry affected the newly established state both wholly (politically - socially - economically) and extensively. And, although it might have had its roots in the traditional klepht institution during the Ottoman rule, it differed in origin and in the factors that sustained it till the first decades of the twentieth century, hence rendering its suppression arduous.

      In addressing this issue, Greek governments, from the era of King Otto and onwards, implemented a plethora of legal, economic and repressive measures. In regard to the latter, armed corps were established whose exclusive directive, at least initially, was the pursuit of banditry, with the most significant of which being the National Guard and the Gendarmerie.

      In the decades that followed, the state never ceased to attend to numerous issues arising from the operation of these forces, proceeding to amending legislative initiatives. At the same time, their nature, composition, objectives and effectiveness, their entanglement with networks of political interests and aspirations, as well as with agrarian and pastoral communities, their unlawful actions in violation of their official mandate etc. were issues that persistently occupied public discourse at both the societal level (e.g. the press) and the institutional level.

      The two corps, at times contributing to the suppression of banditry and at others generating more problems than they were intended to resolve, continually shaped a framework of concern for which definitive answers were difficult to produce. Consequently, as decades passed, voices questioning the very rationale for their existence were multiplying. Ultimately, trapped in a rather predictable trajectory, they were decommissioned through different pathways. The Gendarmerie was abolished, while the National Guard was restricted to secondary roles bearing little resemblance to its original design.



  13. Hellenic Open University
  14. Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 4.0 Διεθνές