Αντικείμενο της παρούσας διπλωματικής εργασίας αποτελεί η γλωσσική πολιτική και ειδικότερα η οικογενειακή γλωσσική πολιτική. Η μετακίνηση και η αλληλεπίδραση των διαφορετικών πληθυσμών έχει ως αποτέλεσμα να συνάπτονται σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και να δημιουργούνται εκ νέου οικογένειες με γονείς με διαφορετικά γλωσσικά και πολιτισμικά υπόβαθρα. Τρεις περιπτώσεις τέτοιων οικογενειών απαρτίζουν το δείγμα της συγκεκριμένης έρευνας που υλοποιήθηκε το διάστημα από Σεπτέμβριο έως και Νοέμβριο του 2025. Συγκεκριμένα, οι τρεις οικογένειες ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά τους στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα στα νησιά Λέρο και Πάτμο. Στην έρευνα έλαβαν μέρος μόνο οι μητέρες και ένα παιδί από την κάθε οικογένεια. Οι γονείς έχουν διαφορετικές μητρικές γλώσσες σε ένα περιβάλλον, όπου κυρίαρχη είναι η μία εκ των δύο, η ελληνική. Με τη μέθοδο της ποιοτικής προσέγγισης και κάνοντας χρήση του ερευνητικού εργαλείου της ημι-δομημένης συνέντευξης διερευνώνται οι γλωσσικές πολιτικές που εφαρμόζονται από τους γονείς στα παιδιά, σχετικές με ζητήματα διαχείρισης των γλωσσών, όπως επίσης και οι προσωπικές τους πεποιθήσεις, οι οποίες καθορίζουν την ποιότητα των πρακτικών που ακολουθούν στα πολυγλωσσικά περιβάλλοντα ανατροφής. Επίσης, πραγματοποιείται αντιπαραβολική μελέτη των απόψεων γονέων και παιδιών στα ζητήματα που αφορούν τις γλώσσες προτίμησης και τη σημαντικότητα της διγλωσσίας/πολυγλωσσίας. Επιπροσθέτως, εξετάζονται οι παράγοντες που αναπόφευκτα επηρεάζουν την προσπάθεια των γονέων να ενισχύσουν και να συντηρήσουν μία γλώσσα που δε χρησιμοποιείται στο περιβάλλον της. Κατά αυτόν τον τρόπο, αποκωδικοποιούνται τα ευρήματα της έρευνας, τα οποία οικοδομούν δύο οπτικές προσέγγισης, αυτή των γονέων και αυτή των παιδιών τους, δίνοντας την ευκαιρία στην ερευνήτρια να εκτιμήσει το βαθμό σύγκλισης και απόκλισης των πεποιθήσεών τους και κατ’ επέκταση των πρακτικών τους. Συνεπώς, διερευνάται ο βαθμός επίδρασης της γονεϊκής πρακτικής στις γλωσσικές προτιμήσεις των παιδιών ενώ ταυτόχρονα εξετάζεται αν τα ίδια τα παιδιά διαμορφώνουν ανεξάρτητες και αυτόνομες πρακτικές, στηριζόμενες στις προσωπικές επιθυμίες και ανάγκες τους.
The subject of this thesis is language policy and more specifically, family language policy. The transfer and interaction of different cultures had as a result the creation of new relationships between people and the creation of new families with parents who come from different linguistic and cultural backgrounds. Tree cases of these kinds of families constitute the sample of this research, which took place from September to November 2015. They are families that live and raise their children in Greece, more specifically on the islands of Leros and Patmos. This research was conducted by interviewing the mothers and one child from each family. Parents are multi-lingual in a context where Greek is the dominant language. Using the qualitative approach and semi – structured interviews, this study investigates the language planning strategies applied by parents to their children, which relate to language management issues, as well as the personal beliefs, that determine the practices they implement in multi-lingual developmental environments. Futhermore, this comparative study examines parents’ opinion on issues related to linguistics preferences, the importance of being bilingual or multilingual, and also investigates the factors that apparently influence parents’ efforts to maintain and sustain one of the two languages that is not widely used in the daily environment. In this way, the findings are interpreted, revealing two perspectives: one from the parents’ side and the other from the children’s side, allowing us to understand the degree of convergence and divergence between their beliefs and their practices. As a result, the range of parents’ influence on the language preferences of their children is expanded, while at the same time the study examines whether children develop independent