Η παρούσα πτυχιακή εργασία εξετάζει τη διασύνδεση του οργανωμένου εγκλήματος με τη διακίνηση ναρκωτικών και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, προσεγγίζοντας το φαινόμενο όχι ως αποσπασματική μορφή παραβατικότητας, αλλά ως σύνθετο κοινωνικοοικονομικό και θεσμικό μηχανισμό. Στόχος της εργασίας είναι η ανάδειξη των δομικών σχέσεων που συνδέουν τις παράνομες αγορές υψηλής κερδοφορίας με τη σταθεροποίηση και αναπαραγωγή της εγκληματικής ισχύος, καθώς και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου αντιμετώπισής τους. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε είναι θεωρητική και βιβλιογραφική, με συνδυασμό εγκληματολογικής και ποινικής ανάλυσης, ενώ συμπληρώνεται από τη συγκριτική εξέταση τριών μελετών περίπτωσης: του Medellín Cartel, της ’Ndrangheta και της υπόθεσης Noor One. Τα ευρήματα της εργασίας καταδεικνύουν ότι η διακίνηση ναρκωτικών αποτελεί τον βασικό μηχανισμό παραγωγής παράνομου πλούτου, ενώ η νομιμοποίηση των εσόδων λειτουργεί ως αναγκαία προϋπόθεση για τη μετατροπή αυτού του πλούτου σε σταθερή οικονομική και κοινωνική ισχύ. Η συγκριτική ανάλυση των case studies αναδεικνύει κοινά δομικά χαρακτηριστικά, παρά τις οργανωτικές και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι το οργανωμένο έγκλημα λειτουργεί ως προσαρμοστικό οικονομικό εγχείρημα με στρατηγική διάρκεια. Τέλος, η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παραδοσιακή ποινική καταστολή είναι ανεπαρκής χωρίς την ενίσχυση της θεσμικής ανθεκτικότητας, της διαφάνειας και της κοινωνικής πρόληψης, καθώς η πραγματική απειλή για το κράτος δικαίου εντοπίζεται στις ζώνες σύγχυσης μεταξύ νόμιμου και παράνομου, αναδεικνύοντας τη διασύνδεση των τριών φαινομένων ως ενιαίο και αδιαίρετο εγκληματολογικό μηχανισμό.
This undergraduate thesis examines the interconnection between organized crime, drug trafficking, and money laundering, approaching the phenomenon not as a fragmented form of criminality but as a complex socio-economic and institutional mechanism. The aim of the study is to highlight the structural relationships linking highly profitable illicit markets to the stabilization and reproduction of criminal power, as well as to assess the effectiveness of the existing institutional and legal framework designed to address these phenomena. The methodology adopted is theoretical and literature-based, combining criminological and legal analysis, and is complemented by a comparative examination of three case studies: the Medellín Cartel, the ’Ndrangheta, and the Noor One case. The findings demonstrate that drug trafficking constitutes the primary mechanism for the generation of illicit wealth, while money laundering functions as a necessary condition for transforming this wealth into stable economic and social power. The comparative analysis of the case studies reveals common structural characteristics despite significant organizational and geographical differences, confirming that organized crime operates as an adaptive economic enterprise with long-term strategic orientation. Finally, the study concludes that traditional criminal repression is insufficient without the strengthening of institutional resilience, transparency, and social prevention, as the real threat to the rule of law lies in the blurred boundaries between legality and illegality highlighting the interconnection of the three phenomena as a single, integrated criminological mechanism.