„Der Liechtenstein Languages-Ansatz und der traditionelle Unterricht im Vergleich: Eine empirische Untersuchung im DaF/DaZ-Unterricht auf A1-Niveau“

„Η προσέγγιση Liechtenstein Languages σε σύγκριση με την παραδοσιακή διδασκαλία: Μια εμπειρική έρευνα στο μαθημα της Γερμανικής ως ξένης/δεύτερης γλώσσας στο επίπεδο Α1“ (greek)

  1. MSc thesis
  2. ΟΛΓΑ ΓΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ
  3. Διδακτική της Γερμανικής ως Ξένης Γλώσσας (ΓΕΡ)
  4. 7 March 2026
  5. Γερμανικά
  6. 73
  7. Σταματία Μιχαλοπούλου
  8. Σταματία Μιχαλοπούλου, Βασιλική Μάρκου
  9. Suggestopädie, Liechtenstein Languages-Ansatz (LLA), Traditioneller Frontalunterricht, Deutsch als Fremd- und Zweitsprache (DaF/DaZ), A1-Sprachniveau
  10. Διδακτική της Γερμανικής ως Ξένης Γλώσσας (ΓΕΡ)
  11. 10
  12. 33
  13. Unterrichtsplanung, Diagramme
    • Zusammenfassung

      Die vorliegende Diplomarbeit untersucht die Wirksamkeit des Liechtenstein Languages-Anasatzes (LLA) im DaF/DaZ-Unterricht auf dem A1-Sprachniveau. Der LLA basiert auf den didaktisch-methodischen Prinzipien der Suggestopädie nach Lozanov (1978) und verbindet emotionale Sicherheit, multisensorisches Lernen, Musik, Bewegung und soziale Interaktion zu einem ganzheitlichen Unterrichtskonzept. Ziel der Arbeit ist es zu überprüfen, ob dieser Ansatz innerhalb eines begrenzten Unterrichtsraums zu einem höheren Lernzuwachs führt als ein traditioneller, frontal ausgerichteter Fremdsprachenunterricht.

      Der theoretischen Rahmen bilden zentrale Konzepte der Suggestopädie wie Suggestion und Desuggestion, Lernatmosphäre sowie die Rolle von Emotionen im Lernprozess (Lozanov 1978, Edelmann 1988, Baur 1990). Ergänzend werden neurowissenschaftliche Erkenntnisse zur Verbindung von Emotion, Motivation und Gedächtnis berücksichtigt (Metzig / Schuster 2000). Zur Erklärung motivationaler Effekte wird zudem die Selbstbestimmungstheorie von Deci und Ryan (1985) herangezogen, die davon ausgeht, dass intrinsische Motivation durch die Erfüllung der Bedürfnisse nach Autonomie, Kompetenz und sozialer Eingebundenheit gefördert wird.

      Die empirische Untersuchung folgt einem quasi-experimentellen Design mit zwei vergleichbaren Lerngruppen in Internationalen Förderklassen eines Berufskollegs. Während die Experimentalgruppe nach dem Liechtenstein Languages-Ansatz unterrichtet wurde, erhielt die Kontrollgruppe traditionellen Frontalunterricht. Zur Datenerhebung wurden ein standardisierter Vor- und Nachtest zur Messung des kognitiven Lernzuwachses, ein Selbsteinschätzungsbogen sowie strukturierte Unterrichtsbeobachtungen eingesetzt.

      Die Ergebnisse zeigen, dass beide Unterrichtsformen zu einem Lernfortschritt führten, der Lernzuwachs der Experimentalgruppe jedoch deutlich höher ausfiel. Besonders im Bereich des Hörverstehens und der mündlichen Sprachproduktion zeigten sich Vorteile zugunsten des LLA. Die qualitativen Daten deuten zudem auf eine erhöhte Motivation, eine positive Lernatmosphäre sowie eine reduzierte Sprechangst in der Experimentalgruppe hin. Diese Befunde stehen im Einklang mit früheren Untersuchungen zur Wirksamkeit suggestopädischer und ganzheitlicher Unterrichtsansätze (Felix 1988: 23).

      Zusammenfassend lässt sich feststellen, dass der Liechtenstein Languages-Ansatz im untersuchten Kontext lernförderliche Bedingungen schafft und eine wirksame Alternative zum traditionellen Frontalunterricht im frühen Fremdsprachenunterricht darstellt. Trotz der begrenzten Stichprobengröße liefert die Studie wichtige Impulse für die Weiterentwicklung handlungs- und emotionsorientierter Unterrichtskonzepte im DaF/DaZ-Bereich.

    • Περίληψη

      Η παρούσα μεταπτυχιακή εργασία διερευνά την αποτελεσματικότητα της προσέγγισης του Liechtenstein Languages-Ansatz (LLA) στη διδασκαλία της Γερμανικής ως ξένης/δεύτερης γλώσσας (DaF/DaZ) στο επίπεδο Α1. Η μέθοδος του LLA βασίζεται στις διδακτικές και μεθοδολογικές αρχές της Συγγεστοπαιδαγωγικής (Suggestopädie), όπως αυτές διαμορφώθηκαν απο τον Lozanov (1978), και ενσωματώνει στοιχεία όπως η συναισθηματική ασφάλεια, η θετική μαθησιακή ατμοσφαίρα, η μουσική, η κίνηση και η πολυαισθητηριακή μάθηση. Στόχος της εργασίας είναι να εξεταστεί κατάπόσο η συγκεκριμένη οδηγεί, μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, σε μεγαλύτερη μαθησιακή πρόοδο σε σύγκριση με τον παραδοσιακό διάστημα, σε μεγαλύτερη μαθησιακή πρόοδο σε σύγκριση με τον παραδοσιακό μετωπικό τρόπο διδασκαλίας.

      Το θεωρητικό πλαίσιο της εργασίας στηρίζεται στις βασικές έννοιες της συγγεστοπαιδαγωγικής, όπως η έννοια της υποβολής και της αποϋποβολής, ο ρόλος της μαθησιακής ατμόσφαιρας και η σημασία των συναισθημάτων στη μαθησιακή διαδικασία (Lozanov 1978, Edelmann 1988, Baur 1990). Παράλληλα, λαμβάνονται υπόψη νευροδιδακτικές προσεγγίσεις που αναδεικνύουν τη στενή σχέση μεταξύ συναισθήματος, κινήτρων και μνήμης (Metzig / Schuster 2000). Για την ερμηνεία των κινήτρων μάθησης αξιοποιείται η Θεωρία της Αυτοπροσδιοριζόμενης Παρακίνησης των Deci και Ryan (1985), σύμφωνα με την οποία η ενδογενής παρακίνηση ενισχύεται όταν ικανοποιούνται οι βασικές ψυχολογικές ανάγκες της αυτονομίας, της αίσθησης ικανότητας και της κοινωνικης ένταξης.

      Η εμπειρική έρευνα ακολουθεί ένα ημιπειραματικό ερευνητικό σχέδιο με δύο συγκεκριμένες μαθητικές ομάδες σε Διεθνείς Τάξεις Υποδοχής επαγγελματικού σχολείου στο κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας της Γερμανίας. Η πειραματική ομάδα διδάχθηκε σύμφωνα με την μέθοδο της LLA, ενώ η ομάδα ελέγχου παρακολούθησε παραδοσιακό μετωπικό μάθημα. Για την συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν προ και μετα διδασκαλίας τεστ γιε την μέτρηση της γνωστικής προόδου, ερωτηματολόγιο αυτοαξιολόγησης των μαθητών/τριών καθώς και δομημένα φύλλα παρατήρησης των μαθητών/τριών και της διδασκαλίας στην πειραματική τάξη.

      Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι και οι δύο ομάδες παρουσίασαν μαθησιακή πρόοδο, ωστόσο η πειραματική ομάδα σημείωσε σαφώς υψηλότερη μαθησιακή επίδοση. Ιδιαίτερα θετικές επιδράσεις παρατηρήθηκαν στην κατανόηση προφορικού λόγου και στην προφορική παραγωγή. Επιπλέον, το ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν αυξημένη μαθησιακή παρακίνηση, θετικότερο μαθησιακό κλίμα και μείωση του άγχους ομιλίας στους/στις μαθητές/τριες που διδάχθηκαν με την μέθοδο της LLA. Τα ευρήματα αυτά σύμφωνούν με προηγούμενες μελέτες που αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα των ολιστικών και συγγεστοπαιδαγωγικών προσεγγίσεων (Felix 1988). 

      Συνοψίζοντας, η εργασία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μέθοδος της Liechtenstein Languages-Ansatz δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες μάθησης και μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική εναλλακτική πρόταση έναντι του παραδοσιακού μετωπικού μοντέλου στη διδασκαλία της γερμανικής γλώσσας σε αρχάριο επίπεδο. Παρά τους περιορισμούς του δείγματος, η μελέτη προσφέρει ουσιαστικές παιδαγωγικέσ και διδακτικές ερεθίσματα για την περαιτέρω ανάπτυξη συναισθηματικά και επικοινωνιακά προσανατολισμένων διδακτικών προσεγγίσεων στον χώρο της διδασκαλίας της Γερμανικής ως ξένης/δεύτερης γλώσσας.

  14. Hellenic Open University
  15. Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 Διεθνές