«Η επίδραση μικροθρεπτικών συστατικών της διατροφής στην καρδιαγγειακή υγεία ατόμων τρίτης ηλικίας»

«The effect of dietary micronutrients on the cardiovascular health of older adults» (english)

  1. MSc thesis
  2. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΤΣΕΛΙΟΥ
  3. Διαχείριση Γήρανσης και Χρόνιων Νοσημάτων (ΓΧΝ)
  4. 18 July 2026
  5. Ελληνικά
  6. 71
  7. ΧΡΥΣΗ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ
  8. ΧΡΥΣΗ ΧΑΤΖΟΓΛΟΥ ΕΡΑΣΜΙΑ ΡΟΥΚΑ ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΖΑΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
  9. Γήρανση, Τρίτη Ηλικία, Καρδιαγγειακά Νοσήματα, Μικροθρεπτικά Συστατικά, Βιταμίνες, Ιχνοστοιχεία, Καρδιαγγειακή Υγεία, Διατροφική Παρέμβαση, Πρόληψη, Υγιής Γήρανση.
  10. Διαχείριση Γήρανσης και Χρόνιων Νοσημάτων /ΓΧΝ
  11. 107
  12. Βιβλιογραφική ανασκόπηση σχετικά με τον ρόλο των μικροθρεπτικών συστατικών στην καρδιαγγειακή υγεία και τη γήρανση.
    •      Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη συμβολή επιλεγμένων μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένων βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων, στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας κατά την τρίτη ηλικία. Η ανάλυση εστιάζει τόσο στις βιολογικές και μεταβολικές μεταβολές που συνοδεύουν τη γήρανση όσο και στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση των μικροθρεπτικών συστατικών στην πρόληψη και διαχείριση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η διαδικασία της γήρανσης συνδέεται με σημαντικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η αυξημένη αρτηριακή δυσκαμψία, η διαταραχή της μεταβολικής ομοιόστασης και η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού, οι οποίες συμβάλλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης, στεφανιαίας νόσου, καρδιακής ανεπάρκειας και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Για την αξιολόγηση του ρόλου των μικροθρεπτικών συστατικών εξετάστηκαν δεδομένα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προοπτικές μελέτες παρακολούθησης, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αφορούν ηλικιωμένους πληθυσμούς.

              Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων με μικροθρεπτικά συστατικά δεν είναι ομοιόμορφα για όλες τις κατηγορίες θρεπτικών παραγόντων. Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν φαίνεται να επιφέρει σταθερή μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων ή της θνησιμότητας όταν εφαρμόζεται στον γενικό ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόμοια, οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες C και E δεν παρουσιάζουν οφέλη ως προς την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών εκβάσεων. Όσον αφορά τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β, η μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη κλινική βελτίωση, ιδιαίτερα σε άτομα αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Αντίθετα, το κάλιο και το μαγνήσιο εμφανίζουν π

           Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη συμβολή επιλεγμένων μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένων βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων, στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας κατά την τρίτη ηλικία. Η ανάλυση εστιάζει τόσο στις βιολογικές και μεταβολικές μεταβολές που συνοδεύουν τη γήρανση όσο και στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση των μικροθρεπτικών συστατικών στην πρόληψη και διαχείριση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η διαδικασία της γήρανσης συνδέεται με σημαντικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η αυξημένη αρτηριακή δυσκαμψία, η διαταραχή της μεταβολικής ομοιόστασης και η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού, οι οποίες συμβάλλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης, στεφανιαίας νόσου, καρδιακής ανεπάρκειας και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Για την αξιολόγηση του ρόλου των μικροθρεπτικών συστατικών εξετάστηκαν δεδομένα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προοπτικές μελέτες παρακολούθησης, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αφορούν ηλικιωμένους πληθυσμούς.

              Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων με μικροθρεπτικά συστατικά δεν είναι ομοιόμορφα για όλες τις κατηγορίες θρεπτικών παραγόντων. Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν φαίνεται να επιφέρει σταθερή μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων ή της θνησιμότητας όταν εφαρμόζεται στον γενικό ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόμοια, οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες C και E δεν παρουσιάζουν οφέλη ως προς την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών εκβάσεων. Όσον αφορά τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β, η μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη κλινική βελτίωση, ιδιαίτερα σε άτομα αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Αντίθετα, το κάλιο και το μαγνήσιο εμφανίζουν πιο σταθερά ευρήματα ως προς τη βελτίωση της αρτηριακής πίεσης και ορισμένων δεικτών αγγειακής λειτουργίας, ενώ για το σελήνιο η αποτελεσματικότητα φαίνεται να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα αρχικά επίπεδα πρόσληψης και τη διατροφική κατάσταση του πληθυσμού. Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις με μικροθρεπτικά συστατικά είναι πιθανότερο να αποδώσουν όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ελλείψεις ή αυξημένες απαιτήσεις, και όταν εντάσσονται σε ένα συνολικό πλαίσιο πρόληψης και προαγωγής της καρδιαγγειακής υγείας.

           Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη συμβολή επιλεγμένων μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένων βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων, στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας κατά την τρίτη ηλικία. Η ανάλυση εστιάζει τόσο στις βιολογικές και μεταβολικές μεταβολές που συνοδεύουν τη γήρανση όσο και στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση των μικροθρεπτικών συστατικών στην πρόληψη και διαχείριση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η διαδικασία της γήρανσης συνδέεται με σημαντικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η αυξημένη αρτηριακή δυσκαμψία, η διαταραχή της μεταβολικής ομοιόστασης και η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού, οι οποίες συμβάλλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης, στεφανιαίας νόσου, καρδιακής ανεπάρκειας και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Για την αξιολόγηση του ρόλου των μικροθρεπτικών συστατικών εξετάστηκαν δεδομένα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προοπτικές μελέτες παρακολούθησης, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αφορούν ηλικιωμένους πληθυσμούς.

              Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων με μικροθρεπτικά συστατικά δεν είναι ομοιόμορφα για όλες τις κατηγορίες θρεπτικών παραγόντων. Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν φαίνεται να επιφέρει σταθερή μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων ή της θνησιμότητας όταν εφαρμόζεται στον γενικό ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόμοια, οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες C και E δεν παρουσιάζουν οφέλη ως προς την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών εκβάσεων. Όσον αφορά τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β, η μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη κλινική βελτίωση, ιδιαίτερα σε άτομα αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Αντίθετα, το κάλιο και το μαγνήσιο εμφανίζουν πιο σταθερά ευρήματα ως προς τη βελτίωση της αρτηριακής πίεσης και ορισμένων δεικτών αγγειακής λειτουργίας, ενώ για το σελήνιο η αποτελεσματικότητα φαίνεται να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα αρχικά επίπεδα πρόσληψης και τη διατροφική κατάσταση του πληθυσμού. Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις με μικροθρεπτικά συστατικά είναι πιθανότερο να αποδώσουν όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ελλείψεις ή αυξημένες απαιτήσεις, και όταν εντάσσονται σε ένα συνολικό πλαίσιο πρόληψης και προαγωγής της καρδιαγγειακής υγείας.

           Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη συμβολή επιλεγμένων μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένων βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων, στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας κατά την τρίτη ηλικία. Η ανάλυση εστιάζει τόσο στις βιολογικές και μεταβολικές μεταβολές που συνοδεύουν τη γήρανση όσο και στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση των μικροθρεπτικών συστατικών στην πρόληψη και διαχείριση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η διαδικασία της γήρανσης συνδέεται με σημαντικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η αυξημένη αρτηριακή δυσκαμψία, η διαταραχή της μεταβολικής ομοιόστασης και η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού, οι οποίες συμβάλλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης, στεφανιαίας νόσου, καρδιακής ανεπάρκειας και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Για την αξιολόγηση του ρόλου των μικροθρεπτικών συστατικών εξετάστηκαν δεδομένα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προοπτικές μελέτες παρακολούθησης, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αφορούν ηλικιωμένους πληθυσμούς.

              Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων με μικροθρεπτικά συστατικά δεν είναι ομοιόμορφα για όλες τις κατηγορίες θρεπτικών παραγόντων. Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν φαίνεται να επιφέρει σταθερή μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων ή της θνησιμότητας όταν εφαρμόζεται στον γενικό ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόμοια, οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες C και E δεν παρουσιάζουν οφέλη ως προς την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών εκβάσεων. Όσον αφορά τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β, η μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη κλινική βελτίωση, ιδιαίτερα σε άτομα αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Αντίθετα, το κάλιο και το μαγνήσιο εμφανίζουν πιο σταθερά ευρήματα ως προς τη βελτίωση της αρτηριακής πίεσης και ορισμένων δεικτών αγγειακής λειτουργίας, ενώ για το σελήνιο η αποτελεσματικότητα φαίνεται να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα αρχικά επίπεδα πρόσληψης και τη διατροφική κατάσταση του πληθυσμού. Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις με μικροθρεπτικά συστατικά είναι πιθανότερο να αποδώσουν όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ελλείψεις ή αυξημένες απαιτήσεις, και όταν εντάσσονται σε ένα συνολικό πλαίσιο πρόληψης και προαγωγής της καρδιαγγειακής υγείας.

           Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη συμβολή επιλεγμένων μικροθρεπτικών συστατικών, συμπεριλαμβανομένων βιταμινών, μετάλλων και ιχνοστοιχείων, στη διατήρηση της καρδιαγγειακής υγείας κατά την τρίτη ηλικία. Η ανάλυση εστιάζει τόσο στις βιολογικές και μεταβολικές μεταβολές που συνοδεύουν τη γήρανση όσο και στα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την επίδραση των μικροθρεπτικών συστατικών στην πρόληψη και διαχείριση των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Η διαδικασία της γήρανσης συνδέεται με σημαντικές αλλαγές στη δομή και λειτουργία του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως η αυξημένη αρτηριακή δυσκαμψία, η διαταραχή της μεταβολικής ομοιόστασης και η χρόνια φλεγμονή χαμηλού βαθμού, οι οποίες συμβάλλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπέρτασης, στεφανιαίας νόσου, καρδιακής ανεπάρκειας και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων. Για την αξιολόγηση του ρόλου των μικροθρεπτικών συστατικών εξετάστηκαν δεδομένα από τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, προοπτικές μελέτες παρακολούθησης, συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις που αφορούν ηλικιωμένους πληθυσμούς.

              Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας έδειξε ότι τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων με μικροθρεπτικά συστατικά δεν είναι ομοιόμορφα για όλες τις κατηγορίες θρεπτικών παραγόντων. Η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν φαίνεται να επιφέρει σταθερή μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων ή της θνησιμότητας όταν εφαρμόζεται στον γενικό ηλικιωμένο πληθυσμό. Παρόμοια, οι αντιοξειδωτικές βιταμίνες C και E δεν παρουσιάζουν οφέλη ως προς την πρόληψη σοβαρών καρδιαγγειακών εκβάσεων. Όσον αφορά τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β, η μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη κλινική βελτίωση, ιδιαίτερα σε άτομα αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου. Αντίθετα, το κάλιο και το μαγνήσιο εμφανίζουν πιο σταθερά ευρήματα ως προς τη βελτίωση της αρτηριακής πίεσης και ορισμένων δεικτών αγγειακής λειτουργίας, ενώ για το σελήνιο η αποτελεσματικότητα φαίνεται να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα αρχικά επίπεδα πρόσληψης και τη διατροφική κατάσταση του πληθυσμού. Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις με μικροθρεπτικά συστατικά είναι πιθανότερο να αποδώσουν όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ελλείψεις ή αυξημένες απαιτήσεις, και όταν εντάσσονται σε ένα συνολικό πλαίσιο πρόληψης και προαγωγής της καρδιαγγειακής υγείας.

      ιο σταθερά ευρήματα ως προς τη βελτίωση της αρτηριακής πίεσης και ορισμένων δεικτών αγγειακής λειτουργίας, ενώ για το σελήνιο η αποτελεσματικότητα φαίνεται να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τα αρχικά επίπεδα πρόσληψης και τη διατροφική κατάσταση του πληθυσμού. Συμπερασματικά, τα διαθέσιμα δεδομένα υποστηρίζουν ότι οι παρεμβάσεις με μικροθρεπτικά συστατικά είναι πιθανότερο να αποδώσουν όταν σχεδιάζονται με βάση τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν ελλείψεις ή αυξημένες απαιτήσεις, και όταν εντάσσονται σε ένα συνολικό πλαίσιο πρόληψης και προαγωγής της καρδιαγγειακής υγείας.

    • The present thesis investigates the contribution of selected micronutrients, including vitamins, minerals, and trace elements, to the maintenance of cardiovascular health in older adults. Particular emphasis is placed on the biological and metabolic alterations associated with aging, as well as on the available scientific evidence regarding the role of micronutrients in the prevention and management of cardiovascular diseases. Aging is accompanied by significant structural and functional changes in the cardiovascular system, including increased arterial stiffness, impaired metabolic homeostasis, and chronic low-grade inflammation, all of which contribute to the higher prevalence of hypertension, coronary artery disease, heart failure, and cerebrovascular events among older individuals. To evaluate the impact of micronutrients on cardiovascular health, evidence from randomized controlled trials, prospective cohort studies, systematic reviews, and meta-analyses involving elderly populations was examined.

      The literature review demonstrated that the effects of micronutrient interventions vary across different nutrient categories. Vitamin D supplementation does not appear to consistently reduce cardiovascular events or mortality when administered to the general elderly population. Similarly, antioxidant vitamins C and E have not shown consistent benefits in the prevention of major cardiovascular outcomes. Regarding B-complex vitamins, reductions in homocysteine levels do not necessarily translate into clinically meaningful cardiovascular improvements, particularly among individuals at high cardiovascular risk. In contrast, potassium and magnesium have demonstrated more consistent associations with improvements in blood pressure regulation and vascular function. The evidence concerning selenium suggests that its effectiveness largely depends on baseline nutritional status and habitual intake levels within the population. Overall, the available evidence indicates that micronutrient interventions are most effective when tailored to individual needs, taking into account existing deficiencies or increased physiological requirements, and when incorporated into a comprehensive strategy for cardiovascular disease prevention and health promotion in older adults.

  13. Hellenic Open University
  14. Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 Διεθνές