Η διαφθορά ως πυρήνας του κρατικού εταιρικού εγκλήματος και η επιλεκτική αδρανοποίηση του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα

Vorruption as the core of state-corporate crime and the selective deactivation of the criminal justice system in Greece (Αγγλική)

  1. MSc thesis
  2. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
  3. Εγκληματολογικές και Ποινικές προσεγγίσεις της διαφθοράς, του οικονομικού και του οργανωμένου εγκλήματος (ΠΕΔ)
  4. 18 Ιουλίου 2026
  5. Ελληνικά
  6. 95
  7. Βασιλαντωνοπούλου Βασιλική
  8. Βασιλαντωνοπούλου Βασιλική, Χλούπης Γεώργιος
  9. Κρατικό-εταιρικό έγκλημα, διαφθορά, πολιτική διαφθορά, εγκλήματα των ισχυρών, κοινωνική βλάβη, Κριτική Εγκληματολογία, ποινική δικαιοσύνη, ατιμωρησία, Τέμπη.
  10. Εγκληματολογικές και ποινικές προσεγγίσεις της διαφθοράς, του οικονομικού και οργανωμένου εγκλήματος
  11. 30
  12. 17
    • Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τη σχέση μεταξύ διαφθοράς, κρατικού-εταιρικού εγκλήματος και επιλεκτικής λειτουργίας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, υπό το πρίσμα της Κριτικής Εγκληματολογίας. Βασικός σκοπός της είναι η διερεύνηση των μηχανισμών μέσω των οποίων η σύμπλεξη πολιτικής και οικονομικής εξουσίας συμβάλλει στην παραγωγή κοινωνικής βλάβης, καθώς και η ανάλυση των διαδικασιών που δυσχεραίνουν την αναγνώριση, την ποινική διαχείριση και τη λογοδοσία για τις συγκεκριμένες πρακτικές.

      Αρχικά, παρουσιάζεται η θεωρητική εξέλιξη από την έννοια του εγκλήματος του λευκού κολάρου του Edwin Sutherland έως τη σύγχρονη θεωρία του κρατικού-εταιρικού εγκλήματος, όπως αυτή διαμορφώθηκε κυρίως από τους Kramer και Michalowski. Στο πλαίσιο αυτό αναλύονται οι θεωρητικές προσεγγίσεις που συνέβαλαν στη διεύρυνση του εγκληματολογικού ενδιαφέροντος από τη συμβατική εγκληματικότητα προς τα εγκλήματα των ισχυρών, τις οργανωσιακές μορφές εγκληματικότητας και τις κοινωνικά επιβλαβείς πρακτικές που παράγονται εντός θεσμικά νομιμοποιημένων δομών. Παράλληλα, εξετάζονται η συμβιωτική σχέση μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, οι βασικές μορφές κρατικού-εταιρικού εγκλήματος και οι παράγοντες που ευνοούν την ανάπτυξή του στην ελληνική πραγματικότητα.

      Στη συνέχεια, η εργασία προσεγγίζει τη διαφθορά πέρα από τη στενή νομοτυπική της οριοθέτηση, αναδεικνύοντάς την ως πρακτική οργάνωσης και αναπαραγωγής της εξουσίας. Εξετάζεται η λειτουργία της ως μηχανισμού διασύνδεσης πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και ο ρόλος της στη διαμόρφωση δικτύων αμοιβαιότητας, προστασίας και ανταλλαγής ωφελημάτων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πολιτική διαφθορά ως μηχανισμό παραγωγής κρατικού-εταιρικού εγκλήματος, καθώς και στη θεσμική και κοινωνική κανονικοποίηση πρακτικών που διευκολύνουν τη σύγκλιση δημόσιων και ιδιωτικών συμφερόντων. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της έννοιας της κοινωνικής βλάβης ως ερμηνευτικού εργαλείου για την κατανόηση συνεπειών που υπερβαίνουν τα όρια της τυπικής ποινικής παρανομίας και συχνά παραμένουν αόρατες ή υποβαθμισμένες στον δημόσιο λόγο.

      Περαιτέρω, αναλύονται οι διαδικασίες κανονικοποίησης και εξορθολογισμού της κοινωνικής βλάβης μέσω τεχνοκρατικών, διοικητικών και αναπτυξιακών αφηγήσεων. Εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο σοβαρές μορφές βλάβης αποσυνδέονται από τις δομές εξουσίας που τις παράγουν και παρουσιάζονται ως μεμονωμένες δυσλειτουργίες, ανθρώπινα λάθη ή αναπόφευκτες συνέπειες της διοικητικής και οικονομικής δραστηριότητας. Στο πλαίσιο αυτό διερευνάται επίσης ο ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των μηχανισμών κοινωνικού ελέγχου στη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας των εγκλημάτων των ισχυρών.

      Ακολούθως, η εργασία επικεντρώνεται στην επιλεκτική αδρανοποίηση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Εξετάζονται οι θεσμικοί και πρακτικοί μηχανισμοί που περιορίζουν την αποτελεσματική διερεύνηση και ποινική αντιμετώπιση υποθέσεων που συνδέονται με πολιτικά και οικονομικά κέντρα ισχύος, όπως οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, οι αναβολές, οι παραγραφές, οι περιορισμοί των ελεγκτικών μηχανισμών, οι μορφές παρεμβολής στη δικαστική λειτουργία και οι τεχνικές μετατόπισης ή διάχυσης της ευθύνης. Μέσα από την ανάλυση αυτή αναδεικνύεται η ατιμωρησία ως ευρύτερο φαινόμενο ανεπαρκούς λογοδοσίας για κοινωνικά επιβλαβείς πρακτικές.

      Τέλος, οι παραπάνω θεωρητικές και εγκληματολογικές προσεγγίσεις εφαρμόζονται στη μελέτη του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Μέσα από την εξέταση της ιστορικής εξέλιξης των σχετικών συμβάσεων, των προβλημάτων εποπτείας και ελέγχου, των καθυστερήσεων στην υλοποίηση κρίσιμων έργων ασφαλείας και της πορείας της ποινικής διερεύνησης, διερευνάται κατά πόσο η συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να προσεγγιστεί ως παράδειγμα κρατικού-εταιρικού εγκλήματος. Η μελέτη αναδεικνύει τη χρησιμότητα της θεωρίας του κρατικού-εταιρικού εγκλήματος για την κατανόηση σύγχρονων μορφών κοινωνικής βλάβης που παράγονται στο πλαίσιο της αλληλεπίδρασης δημόσιων και ιδιωτικών φορέων και παραμένουν συχνά δυσδιάκριτες στο πεδίο της ποινικής δικαιοσύνης.

       

    • This master's thesis examines the relationship between corruption, state-corporate crime and the selective operation of the criminal justice system through the theoretical lens of Critical Criminology. Its primary objective is to investigate the mechanisms through which the intertwining of political and economic power contributes to the production of social harm, as well as to analyse the processes that hinder the recognition, criminal regulation and accountability of such practices.

      Initially, the study presents the theoretical development from Edwin Sutherland’s concept of white-collar crime to the contemporary theory of state-corporate crime, as primarily developed by Kramer and Michalowski. Within this framework, the theoretical approaches that contributed to the expansion of criminological inquiry from conventional criminality to crimes of the powerful, organizational forms of criminality and socially harmful practices produced within institutionally legitimised structures are examined. Furthermore, the symbiotic relationship between legality and illegality, the main forms of state-corporate crime and the factors that facilitate its development in the Greek context are analysed.

      Subsequently, corruption is approached beyond its narrow legal definition and is examined as a practice of organising and reproducing power. The study explores its function as a mechanism linking political and economic interests, as well as its role in the formation of networks of reciprocity, protection and exchange of benefits. Particular emphasis is placed on political corruption as a mechanism for the production of state-corporate crime, as well as on the institutional and social normalization of practices that facilitate the convergence of public and private interests. At the same time, the importance of the concept of social harm is highlighted as an interpretive tool for understanding consequences that extend beyond the boundaries of formal criminal illegality and often remain invisible or downplayed in public discourse.

      Furthermore, the processes through which social harm is normalized and rationalized through technocratic, administrative and developmental narratives are analysed. The study examines the ways in which serious forms of harm become detached from the structures of power that produce them and are presented as isolated dysfunctions, human errors or inevitable consequences of administrative and economic activity. In this context, the role of the mass media and social control mechanisms in shaping the public image of crimes committed by powerful actors is also explored.

      The thesis then focuses on the selective deactivation of the criminal justice system in Greece. It examines the institutional and practical mechanisms that restrict the effective investigation and prosecution of cases linked to political and economic centres of power, including delays in the administration of justice, adjournments, statutes of limitation, limitations on oversight mechaniss, forms of interference with judicial processes, and techniques of shifting or diffusing responsibility. Through this analysis, impunity is approached as a broader phenomenon of insufficient accountability for socially harmful practices.

      Finally, the above theoretical and criminological approaches are applied to the case study of the Tempi railway disaster. Through an examination of the historical development of the relevant contracts, problems of supervision and oversight, delays in the implementation of critical safety projects and the course of the criminal investigation, the study explores whether this case may be interpreted as an example of state-corporate crime. The analysis highlights the usefulness of state-corporate crime theory in understanding contemporary forms of social harm produced through the interaction of public and private actors, which often remain difficult to identify within the field of criminal justice.

  13. Hellenic Open University
  14. Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 Διεθνές