Η αποτελεσματικότητα της αντεγκληματικής πολιτικής στον τομέα του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς. Κριτήρια αξιολόγησης και κριτική ανάλυση.

The effectiveness of anti-crime policy in the field of organized crime and corruption. Evaluation criteria and critical analysis (Αγγλική)

  1. MSc thesis
  2. ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΑΚΟΥΛΗΣ
  3. Εγκληματολογικές και Ποινικές προσεγγίσεις της διαφθοράς, του οικονομικού και του οργανωμένου εγκλήματος (ΠΕΔ)
  4. 7 Μαρτίου 2026
  5. Ελληνικά
  6. 72
  7. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ
  8. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΤΣΑΣ | ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ΚΟΡΟΣ
  9. Αντεγκληματική πολιτική, διαφθορά, εγκλήματα των ισχυρών, οργανωμένο έγκλημα
  10. ΠΕΔ/ΠΕΔΔΕ
  11. 62
  12. 40
  13. Βιδάλη, Σ., Κουλούρης, Ν. Κ., & Παπαχαραλάμπους, Χ. (Επιμ.). (2019). Εγκλήματα των ισχυρών. Διαφθορά, οικονομικό και οργανωμένο έγκλημα. Αθήνα: Εκδόσεις ΕΑΠ.
    • Η σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική δεν αποτελεί ένα στατικό σύνολο κανόνων, αλλά έναν δυναμικό μηχανισμό που εξελίχθηκε ιστορικά από την παραδοσιακή καταστολή σε μια πολυεπίπεδη στρατηγική διαχείρισης της κοινωνικής διακινδύνευσης. Στη θεωρητική της βάση, η πολιτική αυτή ταλαντεύεται ανάμεσα στο μοντέλο ελέγχου του εγκλήματος, που προτάσσει την επιχειρησιακή ταχύτητα και το μοντέλο της δίκαιης διαδικασίας, που διασφαλίζει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Η μετάβαση αυτή αντανακλά τη διαρκή αναζήτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη για ασφάλεια και την προστασία του Κράτους Δικαίου.

      Στην καρδιά αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο πλέον προσεγγίζεται εννοιολογικά ως μια ''παράνομη επιχείρηση'' παγκόσμιας εμβέλειας. Είτε αναλύεται μέσω του ιεραρχικού-γραφειοκρατικού μοντέλου είτε μέσω των σύγχρονών, ευέλικτων δικτυωτών δομών, το οργανωμένο έγκλημα επιδιώκει το μέγιστο κέρδος με το ελάχιστο ρίσκο. Για την ανάσχεσή του, η διεθνής κοινότητα δημιούργησε ένα στιβαρό θεσμικό οπλοστάσιο, με κορωνίδα τη Σύμβαση του Παλέρμο. Το νομοθετικό αυτό πλαίσιο, σε συνδυασμό με τις διεθνείς συμβάσεις κατά της διαφθοράς, εστιάζει στην ποινικοποίηση της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και στην οικονομική αποδυνάμωση των δικτύων μέσω της δήμευσης περιουσιακών στοιχείων.

      Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των εργαλείων τίθεται υπό αμφισβλητηση όταν έρχεται αντιμέτωπη με τα εγκλήματα των ισχυρών (white-collar crime). Οι εκφάνσεις της εγκληματικότητας των ''λευκών κολλάρων'', όπως η συστημική διαφθορά και η κατάχρηση εξουσίας, χαρακτηρίζονται από χαμηλή ορατότητα και υψηλή τεχνική πολυπλοκότητα. Σε αντίθεση με το κοινό έγκλημα, οι ισχυροί δράστες διαθέτουν τους πόρους να εκμεταλλεύονται τη νομοθετική αοριστία και να διεισδύουν στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, καθιστώντας τη διωξή τους εξαιρετικά δυσχερή.

      Η κριτική ανάλυση της υφισταμένης κατάστασης αποκαλύπτει ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στον θεωρητικό σχεδιασμό και την επιχειρησιακή πραγματικότητα. Παρά την ύπαρξη αυστηρών συμβάσεων, η αντεγκληματική πολιτική εμφανίζεται συχνά επιλεκτική, εστιάζοντας στη βάση της εγκληματικής πυραμίδας και αδυνατώντας να αγγίξει τα στεγανά της εξουσίας. Η έλλειψη πραγματικής ανεξαρτησίας των ελεγκτικών οργάνων και η ταχύτητα με την οποία το έγκλημα υιοθετεί νέες τεχνολογίες αποτελούν τις βασικές αιτίες αυτής της ασυμμετρίας. Συμπερασματικά, η εργασία αναδεικνύει ότι η πραγματική αποτελεσματικότητα δεν εξαρτάται μόνο από την αυστηρότητα των νόμων, αλλά και την θεσμική θωράκιση της κοινωνίας απέναντι στη διάβρωση που προκαλεί η σύμπλευση εγκλήματος και ισχύος.


    • Morden anti-crime policy is not a static set of rules, but a dynamic mechanism that has historically evolved from traditional into a multi-layered strategy of social risk management. At its theoretical core, this policy oscillates between the Crime Control Model, which prioritizes operational speed, and the Due Process Model, which safeguargs thw rights of the accused. This transition reflects the ongoing search for a balance between the need for security and thw protection of the Rule of Law.

      At the heart of this strategy lies the confrontation with organizet crime, now conceptually approached as a global ''illicit enterprise''. Whether analyzet through the hierarchical-bureaucratic model or contemporary, flexible networked structures, organized crime seeks maximum profit whith minimum risk. To counter this, the international community has established a robust institutional arsenal, spearheaded by the Palermo Convetion. This legislative framework, combined with international anti-corruption coventions, focuses on criminalizing participation in criminal organizations and the financial weakening of networks through asset forfeiture.

      However, the effectiveness of these tools is challenged when facing white-collar crime (crimes of the powerful). Manifestations of white-collar criminality, such as systemic corruption and abuse of power, are characterizet by low visibillity and high techical complexity. Unlike common crime, powerful offenders possess the resources to exploit legislative ambiguity and infitrate oversighht mechanisms, making their prosecution exceptionally difficult.

      Critical analysis of the current situation reveals a significant gap between theoretical design and operational reality. Despite the existence of strict convetions, anti-crime policy often appears selective, focusing on the base of the criminal pyramid while failing to reach power enclaves. The lack of genuine independence for oversight bodies and the speed whith which crime adopts new technologies are the primary causes of this asymmetry. In conclusion, the study highlights that true effectiveness depends not only on the severity of laws, but on the institutional shielding of society against the erosion caused by the convergence of crime and power.

  14. Hellenic Open University
  15. Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές