Η αφήγηση ως επιτέλεση της εκστατικής χρονικότητας μία αισθητική αποκάλυψη της φιλοσοφίας του Heidegger

Narrative as the performance of ecstatic temporality: an aesthetic unveiling of Heidegger’s philosophy (english)

  1. MSc thesis
  2. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΑΡΓΑΡΗ
  3. Φιλοσοφία και Τέχνες (ΦΙΤ)
  4. 8 March 2026
  5. Ελληνικά
  6. 119
  7. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΑΚΡΟΤΣΗΣ
  8. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΑΚΡΟΤΣΗΣ | ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
  9. Heidegger, εκστατική χρονικότητα, αφήγηση, επιτέλεση, Ricœur, Sartre, Derrida, τέχνη και συλλογικός χρόνος, αισθητική μορφή, ετεροτοπία, αντι-εντροπία
  10. Φιλοσοφία και Τέχνες
  11. 103
  12. 44
  13. Κείμενο
  14. Θανασάς, Π. (2008). Χάιντεγκερ: Το Είναι, ο χρόνος, η ιστορία. Στο Β. Καλδής (επιμ.), Κείμενα για τη νεότερη και σύγχρονη φιλοσοφία (σσ. 203–212). Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
    • Η εργασία διερευνά πώς η αφήγηση, ως φιλοσοφική και αισθητική πρακτική, λειτουργεί ως τρόπος ποιητικού κατοικεῖν που διαπραγματεύεται την ανθρώπινη εμπειρία του χρόνου: όχι ως απλή αναπαράσταση μιας χρονικής διαδοχής, αλλά ως συμβάν μορφοποίησης, όπου ο χρόνος γίνεται ορατός, λέγεται και αναλαμβάνεται. Κεντρική υπόθεση είναι ότι η χαϊντεγκεριανή εκστατική χρονικότητα—παρότι θεμελιώδης για την κατανόηση του Dasein ως ανθρώπινης διανοικτότητας —παραμένει αφηρημένη αν δεν αποκτήσει σχήμα και ρυθμό εντός της εμπειρίας, και ότι η αφήγηση ανταποκρίνεται ακριβώς σε αυτή την ανάγκη ενός ανθρώπινου χρόνου. Η διαδρομή της σκέψης συγκροτείται διαλεκτικά πάνω στους άξονες της θεμελίωσης, της επιτέλεσης και της μεταμόρφωσης. Εκκινεί από την προβληματοποίηση του χρόνου προς την οντολογική φαινομενολογία του Heidegger, όπου ο χρόνος αναδεικνύεται ως ορίζοντας της ερώτησης για το Είναι. Η κίνηση αυτή δεν κλείνει στο αίτημα μιας διαφανούς υποκειμενικότητας, αλλά το μετατοπίζει, ιδίως μετά τη Στροφή, προς το Είναι ως οντοϊστορική τροχιά και προς τον χρόνο ως ανοιχτότητα, μέσα στην οποία κάθε φορά παραδίδεται ένας κόσμος. Μέσα σε αυτό το άνοιγμα, η αφήγηση εξετάζεται ως μορφή που συγκρατεί την πολλαπλότητα χωρίς να ισοπεδώνει την αμφισημία (Ricœur), ως πράξη που δεσμεύει και μετακινεί το υποκείμενο προς την ευθύνη μιας σημασίας (Sartre), και ως ίχνος που αφήνει να φανεί ότι κάθε νόημα γεννιέται από μια απουσία που δεν θεραπεύεται πλήρως (Derrida). Έτσι, η εργασία συμπυκνώνει το διακύβευμά της στη σκέψη ότι ο χρόνος γίνεται ανθρώπινος μόνο εκεί όπου γίνεται αφηγήσιμος. Στη συνέχεια, η αφήγηση μετατοπίζεται από θεωρητικό πρόβλημα σε αισθητική πρακτική, και η τέχνη προσεγγίζεται ως μορφή συλλογικής χρονικότητας και αντι-εντροπίας: ως διάρκεια νοήματος εντός ενός κόσμου ιστορικά επισφαλούς. Η θεωρία δοκιμάζεται σε σκηνές χρόνου (τραγωδία, θέατρο, κινηματογράφος), όπου η χρονικότητα δεν αναπαρίσταται απλώς αλλά συμβαίνει ως μορφή: στον Οἰδίποδα Τύραννο ως τραγική χρονικότητα, στον Beckett ως χρονικότητα της αναβολής, και στον Tarkovsky ως σμίλευση της διάρκειας.

    • This thesis explores how narrative, as a philosophical and aesthetic and practice, functions as a mode of poetic dwelling that negotiates the human experience of time: not as a mere representation of temporal succession, but as an event of configuration through which time becomes visible, spοken and made one’s own. Its central hypothesis is that Heideggerian ecstatic temporality—although foundational for understanding Dasein as human openness—remains abstract unless it acquires shape and rhythm within lived experience, and that narrative responds precisely to this need for a human time. The trajectory of the argument is dialectically structured around the axes of philosophical foundation, performativity and transformation.  It begins with the problematization of time and moves towards Heidegger’s ontological phenomenology, where time emerges as the horizon of the question of Being. This movement does not culminate in the demand for a transparent subjectivity; rather, it displaces that demand—especially after the Turn—toward Being as an onto-historical trajectory and toward time as an openness in which, each time, the handing-over of a world takes place. Within this opening, narrative is examined as a form that holds multiplicity without flattening ambiguity (Ricœur), as an act that binds and reorients the subject toward responsibility for meaning (Sartre), and as a trace that reveals that every meaning is born from an absence that is never fully healed (Derrida). Thus, the thesis condenses its stake into the claim that time becomes human only where it becomes narratable. Subsequently, narrative shifts from a theoretical problem to an aesthetic practice, and art is approached as a form of collective temporality and anti-entropy: as the endurance of meaning within a historically precarious world. The argument is tested through different scenes of time (tragedy, theatre, cinema), where temporality is not merely represented but takes form: in Oedipus Tyrannus as tragic temporality, in Beckett as the temporality of postponement, and in Tarkovsky as the sculpting of duration.

  15. Hellenic Open University
  16. Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 Διεθνές