Please use this identifier to cite or link to this item: https://apothesis.eap.gr/handle/repo/54025
Title: Οι ανθρωπολογικές διαστάσεις της Ορθόδοξης Επικοινωνιακής Θεολογίας: Η «διαμεσολάβηση» ως πνευματικό και κοινωνικό γεγονός στα κείμενα της Καινής Διαθήκης.
Authors: Παπαδόπουλος, Αναστάσιος
metadata.dc.contributor.advisor: Γκρέκας, Αρίσταρχος
Keywords: Διαμεσολάβηση;Επικοινωνιακή Θεολογία
Issue Date: 25-Sep-2021
Abstract: Η συνάντηση της Θεολογίας με την επικοινωνία έδωσε τη δυνατότητα στην πρώτη να εκφράσει λόγους οντολογικούς και ουσίας. Ο όρος επικοινωνία, στην εκκλησιαστική κοινωνία, έχει έννοια οντολογική. Δεν είναι μια απλή μεταφορά μηνυμάτων από τον Πομπό – Θεό στον Δέκτη – άνθρωπο, αλλά η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Θεολογικά θα χαρακτηρίζαμε την έννοια της επικοινωνίας ως την αναζήτηση της χαμένης κοινωνίας με το Θεό. Δεν έχουμε μια απλή μετάδοση ενός μηνύματος, αλλά ξανατοποθέτηση του ανθρώπινου είναι στην αρχική του θέση, δηλαδή στην άμεση κοινωνία με τον υπερβατικό δημιουργό. Έτσι, ο άνθρωπος μπορεί και θεμελιώνει την οντολογική του κοινωνία με το Θεό, επάνω στην χάριτι οντολογική κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Ο Σαρκωμένος Ιησούς ως το Άμεσο-Μη- μέσο μήνυμα αποτελεί την οντολογική υπόσταση του μηνύματος του θεού και οδηγεί τον άνθρωπο στη σωτηρία. Στον Χριστιανισμό της Ανατολής, τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας βρίσκονται σε μια συνεχή αγαπητική κίνηση και κοινωνικότητα. Η περιχώριση των προσώπων αποτυπώνει την κοινωνία της τέλειας αγάπης, στην οποία καλείται να ακολουθήσει ο άνθρωπος μέσα από την κατά χάρην συμμετοχή του στη θεία φύση, δηλαδή στις ενέργειες της αγαπητικής τους κοινότητας. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πως εδώ παρατηρείται το φαινόμενο της διάδρασης, ο πτωτικός Δέκτης άνθρωπος εντάσσεται στο σώμα του Πομπού – Θεού μέσα από τον ενανθρωπίσαντα Υιό και επιτυγχάνει την λύτρωση. Από την άλλη, ο Πομπός-Θεός δεν είναι άκαμπτος, αλλά αλλάζει μπροστά στο μέτρο της πίστης και της δεκτικότητας του κάθε ανθρώπου. Κάθε πρόσωπο της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχει για τον εαυτό του, αλλά ζει συνειδητά το γεγονός της επικοινωνίας με τα άλλα δύο πρόσωπα. Επομένως, η οντολογική αρχή του Θεού αναφέρεται στο πρόσωπο και το γεγονός της κοινωνίας τον κάνει να υπερβεί την αναγκαιότητα της ουσίας. Η κοινωνία αποτελεί προϊόν ελευθερίας και η άσκησή της είναι η αγάπη, η οποία αποτελεί το συστατικό της ουσίας Του. Ο άνθρωπος έχοντας ως προίκα του κατ’ εικόνα ιδιότητες που ανήκουν στο Θεό, έχει τη δυνατότητα να υπερβεί τα όρια της κτιστότητάς του και να οδηγηθεί στο απόλυτο Ον. Η μίμηση της Αγίας Τριάδας τον προσκαλεί να γίνει πρόσωπο, να αγαπήσει τον Θεό με όλη του την καρδιά, τη ψυχή και την διάνοια, ως μια έξοδο από τον εγωισμό του να ξεπεράσει τον φόβο του απέναντι στον Θεό και να συμφιλιωθεί μαζί του. Θα πρέπει, ακόμα, να αγαπήσει και τον πλησίον ως μια καθολική προσφορά αγάπης και να ξεπεράσει τον φόβο της ετερότητας η οποία οδηγεί στη διαίρεση. Αυτή η διαίρεση οδηγεί τον άνθρωπο στην απομόνωση και στον αιώνιο θάνατο. Άλλωστε, το μέτρο της κρίσης του ανθρώπων, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, θα είναι η αγάπη και τα έργα της προς τον πλησίον. Ο άνθρωπος, στο σύνολο της δημιουργίας, αποτελεί ένα μοναδικό και ιδιαίτερο δημιούργημα. Πλάσθηκε από τον δημιουργό, σύμφωνα με την εικόνα Του και κλήθηκε σε πορεία πνευματικής ολοκλήρωσης μέσα από μια συνεχή κοινωνία με Αυτόν. Όφειλε να αναπτύξει και να καλλιεργήσει μια σχέση προσωπική μαζί Του, να τον πλησιάσει, να τον γνωρίσει και να κοινωνήσει μαζί του, ώστε να λάβει την κατά χάρη θέωση. Ως ψυχοσωματική οντότητα, ο άνθρωπος, στην υπόστασή του φέρει το υλικό και πνευματικό μέρος και η ιδιότητα αυτή τον καθιστά γεφυροποιό ανάμεσα στα παραπάνω δύο μέρη. Δεν παύει όμως να αποτελεί ένα ον, κτιστό και διάφορο του Ακτίστου Θεού. Εάν και για να τον δημιουργήσει ο Θεός χρησιμοποίησε υλικά από τη γη, φύσησε, όμως, στο πρόσωπό του πνοή ζωής και του έδωσε θείο στοιχείο. Αυτό αποτελεί την αιτία της ηθελημένης, από τον Θεό, αποκατάστασης της χαμένης επικοινωνίας. Διότι ο άνθρωπος είναι θεόπλαστος και προικισμένος με προνόμια συγκριτικά με την υπόλοιπη κτίση. Η ψυχή του φέρει θεία στοιχεία, επιδέχεται αλλοίωσης και έλκεται από την αρετή. Κατά τον Μ. Αθανάσιο η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη, λογική και φέρει το αυτεξούσιο. Γι’ αυτό και η παράβαση των πρωτοπλάστων σημαίνει την εσωτερική διαστροφή της ψυχής. Δεν απομακρύνθηκε ο άνθρωπος από τον Θεό, αλλά στράφηκε προς τον εαυτό του. Το αυτεξούσιο ο Μ. Βασίλειος το αποδίδει στη λογικότητα της ψυχής και έχει την ικανότητα να διακρίνει μεταξύ αγαθού και μη. Την πτώση του την χαρακτηρίζει ως πνευματική μεταστροφή η οποία έφερε αλλοίωση και διάσταση της ψυχοσωματικής του ενότητας και διαχώρισε τον άνθρωπο σε υλικό και ουράνιο, σε σαρκικό και πνευματικό. Με τη χρήση του αυτεξούσιου, ο άνθρωπος οδηγήθηκε στην κακή αλλοίωση, στην άρνηση της θεοποιούς ενέργειας και στη διακοπή της θέωσης. Ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου ήταν η κοινωνία της κτίσης με το Θεό και χρησιμοποιήθηκε, διότι έχει φυσικό δεσμό με την υπόλοιπη κτίση. Όμως μέσα στην ελευθερία του αρνήθηκε να το πραγματοποιήσει, προσπαθώντας να ενώσει την κτίση με τον εαυτό του. Εφόσον απέτυχε ο άνθρωπος να προσελκύσει την κτίση προς τον Θεό, αναλαμβάνει ο Υιός και Λόγος να αποκαταστήσει την απολεσθείσα κοινωνία. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να ανακαλέσει το παρελθόν, γι’ αυτό έπρεπε η ανανέωση του κατ’ εικόνα να γίνει από την αληθινή εικόνα του Θεού. Σαρκώνεται ο Υιός και Λόγος ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει δεκτικός της Θεότητας. Παίρνει το ρόλο του διαμεσολαβητή ανάμεσα στο Άκτιστο με το κτιστό. Έχοντας τις δύο φύσεις υποστασιασμένες στο πρόσωπό του μπορεί και γίνεται προσβάσιμος ο Άκτιστος από το κτιστό. Ο Ιησούς αναλαμβάνει το ρόλο του γεφυροποιού και ενώνοντας τις δύο διαφορετικές φύσεις, διαμεσολαβούσα γέφυρα θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε, διότι έτσι μπορεί ο κτιστός άνθρωπος να πλησιάσει την ανθρώπινη πλευρά Του, να ενωθεί με αυτήν και στη συνέχεια να ενωθεί με την άλλη, την θεϊκή, ολοκληρώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο την πορεία του. Κατά τον παραπάνω τρόπο ανακεφαλαιώνεται όλη η δημιουργία, επειδή ο Ιησούς προσέλαβε την κτίση. Η Εκκλησία εισβάλλει μέσα στον ιστορικό κόσμο και θυσιάζεται μέσα στον χωροχρόνο. Ξεκινάει από τον παράδεισο και κατά την Πεντηκοστή κατεβαίνει σαν πύρινες γλώσσες. Η Εκκλησία του Παράκλητου αναλαμβάνει ρόλο ενοποιητικό ως εικόνα του Τριαδικού Θεού, ενώνει τα μέλη μεταξύ τους και με τον Χριστό. Κέντρο αυτής της ενότητας είναι ο Χριστός. Τα μυστήρια της Εκκλησίας αποτελούν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο ιερό και το κοσμικό και βοηθούν τον άνθρωπο να συμμετέχει στις ενέργειες του Θεού. Έτσι ο άκτιστος Θεός παρέχει και ο κτιστός άνθρωπος μεταλαμβάνει. Με το μυστήριο της βάπτισης πολιτογράφεται ο άνθρωπος στην εκκλησία και μέσα από τη θεία ευχαριστία τρέφεται. Ενσωματώνουν τα μυστήρια τον άνθρωπο, στη ζωή του Θεού θα λέγαμε και εδώ πως αναλαμβάνουν λειτουργία διαμεσολαβητική, ενώνοντας τον άνθρωπος με τον Θεό. Δέχεται έτσι ο άνθρωπος την άκτιστη χάρη και γίνεται κοινωνός της θείας φύσης. Η νέα ζωή ανοίγεται μέσα από την Εκκλησία, η αποδοχή της πρόσκλησης από τον άνθρωπο τον οδηγεί στον αρχικό του στόχο. Για να μπορέσει να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται η συνεργασία δύο παραγόντων, της απόφασης του ανθρώπου και τη θεία χάρη. Με το ναι του ανθρώπου, μέσα του, κατά τρόπο μυστηριώδη, παίρνει μορφή ο Χριστός, παρέχοντας στον καθένα τις δυνατότητες μετοχής στις δωρεές Του. Η κοινωνία των προσώπων, ως μέλη του Σώματος Χριστού, γίνεται κατά μίμηση της Τριαδικής κοινωνίας. Ο άνθρωπος θα πρέπει όμως να οικειοποιηθεί το δρόμο της σωτηρίας, ακολουθώντας τον τρόπο που υπέδειξε ο Χριστός. Πίστη και γνώση στο Χριστό πρέπει να χαρακτηρίζει τον άνθρωπο ώστε να αποκτήσει την αγάπη. Ο δάσκαλος είναι το πρόσωπο του Ιησού και η διδασκαλία του είναι Εκείνου που τον απέστειλε ως μεσολαβητή Θεού και ανθρώπων. Η πίστη στο Χριστό γίνεται παράγοντας σωτηρίας, διότι μέσα της περικλείεται και το πρόσωπο του Θεού Πατέρα, ο οποίος βρίσκεται σε αδιάσπαστη ενότητα με τον Υιό. Ο άνθρωπος σώζεται όχι με το να ερευνά την ουσία του Θεού, αλλά με την πίστη της ύπαρξής Του. Η αγάπη αποτελεί την σταθερά της θεανθρώπινης κοινωνίας, είναι η καινούργια εντολή που έχει σαν κέντρο την αγάπη του Χριστού. Στην προ εσχατολογική περίοδο ο άνθρωπος απολαμβάνει τον αρραβώνα, δηλαδή τις εγγυήσεις της ολοκλήρωσης της κοινωνίας του με τον Θεό.Η βασιλεία του Θεού την οποία κήρυξε ο Ιησούς, δεν συνδέεται με την κοσμική ελευθερία, όπως περίμεναν οι Ιουδαίοι, ούτε περιορίζεται στην κλειστή κοινότητά τους. Δεν κλήθηκαν μερικοί ή μια μικρή μερίδα ανθρώπων, αλλά όλη η οικουμένη. Ο Απ. Παύλος συνέβαλε στη διαμόρφωση αυτής της οικουμενικής συνείδησης του νεοσύστατου χριστιανισμού. Η νέα κοινότητα των πιστών, αυτών που ακολουθούν το Κύριο παραμερίζει τις όποιες μεταξύ των ανθρώπων διαφορές, φυλετικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.α. Αποδέχεται και σέβεται την ετερότητα, χωρίς να καταλύει την πολιτισμική ταυτότητα των λαών. Συνθέτουν ένα γένος με έναν κοινό πατέρα και αυτοαποκαλούνται αδελφοί μεταξύ τους. Η ιδιοκτησία και ο πλούτος δεν πρέπει να προέρχονται από παράνομους μηχανισμούς και δεν πρέπει να υπάρχει η εκμετάλλευση με σκοπό το κέρδος του θρησκευτικού συναισθήματος των ανθρώπων. Η σωτηρία σχετίζεται με τη συγχώρεση των αμαρτιών, διότι αυτός είναι η αιτία των νοσημάτων του σώματος. Για να πετύχει η κοινωνία με τον Θεό, απαιτείται από την πλευρά του ανθρώπου μια ζωή ελεύθερη από τις αμαρτίες. Η χαρά πλέον θα πρέπει να διακατέχει την χριστιανική κοινωνία. Το μήνυμα της σωτηρίας είναι μήνυμα χαράς και θα πρέπει να αποτελεί βίωμα και έκφραση της κοινής εν Χριστώ ζωής. Η διαμεσολάβηση χρησιμοποιείται από τα αρχαία χρόνια, ως ένας τρόπος ειρηνικής επίλυσης διαφορών. Στην εποχή μας χρησιμοποιείται και ως μέσο επίλυσης διαφορών μεταξύ κρατών και εθνών. Η διαδικασία αυτή χαρακτηρίζεται από εμπιστευτικότητας, αυτονομία των εμπλεκόμενων πλευρών, από την ουδετερότητα και την αμεροληψία του διαμεσολαβητή και από την αρχή του μη επικριτικού λόγου του. Ο Ιησούς, σε ρόλο διαμεσολαβητή, αφού μας αποκάλυψε τον Πατέρα εφάρμοσε την αρχή της κατανόησης του ενός από τον άλλον. Λειτούργησε ως γέφυρα επικοινωνίας και εισήγαγε σε εμάς την νέα ζωή, ως παιδαγωγός, διότι κατανόησε και είδε την πλευρά των ανθρώπων μέσα από τις αδυναμίες της κτιστότητας. Έδειξε μεγάλη υπομονή, έφτασε μέχρι τον σταυρικό θάνατο για να κατανοήσουμε πως ο σύντομος δρόμος δεν είναι μια ευθεία, αλλά η έξοδος από το εγώ. Η σχέση μας με το Θεό δεν είναι μια διαμάχη δικαστική ή ένα δικανικό σύστημα όπου ο ένας κερδίζει και ο άλλος χάνει. Μέσα από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ωφελούνται και κερδίζουν και οι δύο πλευρές. Εθελούσια και εκούσια συμμετέχουν και τα δύο μέρη στην ειρηνική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Ωφελημένοι και οι δύο, ο άνθρωπος κερδίζει την αθανασία, εφόσον τοποθετείται στην αρχική του θέση και ο Θεός της αγάπης, την ένωση του ανθρώπου και όλης της κτίσης με Αυτόν.
Supervisor: Attribution-NonCommercial-NoDerivatives 4.0 Διεθνές
Appears in Collections:ΟΡΘ Διπλωματικές Εργασίες

Files in This Item:
File Description SizeFormat 
112010_ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ_ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ.pdf784.54 kBAdobe PDFView/Open


Items in Apothesis are protected by copyright, with all rights reserved, unless otherwise indicated.