Please use this identifier to cite or link to this item: https://apothesis.eap.gr/handle/repo/36042
Title: Οι σχέσεις Πολιτείας - Εκκλησίας στην Ελλάδα. Χωρισμός ή Συναλληλία;
Authors: Φάκος, Βασίλειος
Advisor: Λόης, Γεώργιος - Νεκτάριος
Keywords: Εκκλησία;Πολιτεία;Χωρισμός;Σχέσεις;Συναλληλία
Issue Date: 30-Sep-2017
Abstract: Το θέμα της παρούσας διπλωματικής εργασίας είναι τόσο θεολογικό όσο και πολιτικό αλλά και κοινωνικό. Επιλέξαμε να εργαστούμε επάνω στις «Σχέσεις της Εκκλησίας και της Πολιτείας στην Ελλάδα» και να διερευνήσουμε ιστορικά και νομοθετικά το ερώτημα της μεταξύ τους «Συναλληλίας», ως συνεργασίας των δύο κορυφαίων θεσμών, όπως ίσχυε και ισχύει, ή ένα ενδεχόμενο «Χωρισμό», ως διακοπή των σχέσεων και εκτοπισμό από την κοινωνία των πολιτών, όπως προβάλλεται σήμερα. Η θεσμική παρουσία της χριστιανικής εκκλησίας μέσα στο ελληνικό κράτος οδήγησε τη διοικούσα Εκκλησία, από νωρίς, στην ανάπτυξη σχέσεων με την Πολιτεία και τους φορείς της εξουσίας, οι οποίες δεν είναι πάντα σταθερές αφού παρουσιάζουν περιόδους έντασης και ύφεσης. Ενώ συνδέονται στον κοινό σκοπό της διακονίας-υπηρεσίας προς τον άνθρωπο και της κοινωνίας γενικότερα, διακρίνονται ως προς τα μέσα, αφού η Εκκλησία εξυπηρετεί την υπερφυσική διάσταση του ανθρώπου, ενώ η Πολιτεία τη φυσική. Η περίπτωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, κατά τη θεσμική της μορφή όπως παρουσιάζεται σε αυτή τη διπλωματική εργασία, περιέχει μία ιδιομορφία ως προς τη φύση της. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως διοικούσα, δεν έχει υπάρξει ποτέ ως ανεξάρτητη οντότητα μέσα στην ελληνική επικράτεια, αλλά, πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, ήταν συνδεδεμένη με τον λαό και τον πολιτισμό του. Γι ' αυτό τον λόγο, στη σύγχρονη ιστορία, η θεσμική Εκκλησία δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα σύγκρουσης μεταξύ κράτους και κοινωνίας, όπως συνέβη σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη, αλλά διατηρεί διαχρονικά το έρεισμά της μέσα στην κοινωνία, επειδή συνδέεται με τις παραδόσεις του συγκεκριμένου λαού. Επιπλέον, η Ορθόδοξη Εκκλησία διέπεται από τον ιδιαίτερα σημαντικό για τη ζωή και τη διοίκησή της συνοδικό θεσμό, ο οποίος επλήγη στις περιόδους έντονων επεμβάσεων της Πολιτείας στα εσωτερικά ζητήματά της. Τα θέματα των σχέσεων της Εκκλησίας με την Πολιτεία στην Ελλάδα και η θέση της στο κράτος αποτέλεσαν αντικείμενα μέριμνας των πρώτων διοικήσεων των επαναστατημένων περιοχών και της κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια και οριστικοποιήθηκαν με την μίμηση της ευρωπαϊκής, προτεσταντικής, τακτικής που ήθελε την Εκκλησία να υπάγεται στον κρατικό μηχανισμό. Από την περίοδο της οθωνικής μοναρχίας, όταν, το 1833, η Εκκλησία της Ελλάδος κηρύχθηκε αυτοκέφαλη και αποσπάσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης με βασιλικό διάταγμα, τέθηκε υπό την διοικητική εποπτεία του Βασιλείου της Ελλάδος και ξεκίνησε μία πολιτειοκρατικής φύσης ανάπτυξη σχέσεων που οδήγησε στον σφικτό εναγκαλισμό της με την πολιτική εξουσία. Στο Σύνταγμα του 1844, η αναγνώρισή της ως "επικρατούσα θρησκεία" (με όλα τα προνόμια που απέρρεαν από αυτή την αναγνώριση) ήταν το αντίβαρο στο καθεστώς πολιτειοκρατίας που διατήρησε τον στενό κρατικό έλεγχό της μέχρι το 1923, όταν ο νέος Καταστατικός Χάρτης περιόρισε τις επεμβάσεις της Πολιτείας. Οι επόμενες περίοδοι χαρακτηρίζονται από κλίμα παλινδρόμησης και πολλές είναι οι περιπτώσεις που ο ένας θεσμός διαπλέκεται με τον άλλο, όπως έγινε στην περίπτωση της εκλογής του Αρχιεπίσκοπου Αθηνών κατά τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά. Η περίοδος αστάθειας έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών με τη σύσταση της αριστίνδην συνόδου και τις αντικανονικές ενέργειες και αποφάσεις της. Στο Σύνταγμα του 1974, τέθηκαν οι βάσεις του κοσμικού κράτους, έπαυσε το καθεστώς της "νόμῳ κρατούσης πολιτείας" και ο σχεδιάστηκε ο επαναπροσδιορισμός των σχέσεων της Εκκλησίας με την Πολιτεία στο πλαίσιο της συνταγματικής ρύθμισής τους. Το σύστημα σχέσεων που ορίζεται στο Σύνταγμα του κράτους αναγνωρίζει το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος από το σύνολο των εν ενεργεία αρχιερέων της, σέβεται τους ιερούς κανόνες της και της παρέχει όλα τα εχέγγυα που απορρέουν από τη νομοθεσία, αφού εντάσσεται στα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας, κάτι που το κράτος υποχρεούται να σέβεται και δεν πρέπει να παραβιάζει. Εντός του ίδιου συνταγματικού πλαισίου, το ζήτημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας όπως ορίζεται στο άρθρο 3 δεν αποτελεί αντικείμενο αναθεώρησης, ενώ η θρησκευτική ελευθερία του αρθρ. 13 παρ. 1 καλύπτει και την Εκκλησία της Ελλάδος , εκτός από τα άλλα δόγματα και τις άλλες θρησκείες της επικράτειας. Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, είναι έντονος ένας φημολογούμενος χωρισμός της Εκκλησίας από την Πολιτεία, ο οποίος παίρνει έντονες διαστάσεις σε περιόδους αντιπαράθεσης των δύο θεσμών. Αυτός ο προβαλλόμενος διαχωρισμός αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης κατά την περίοδο της ψήφισης του νόμου 1700/1987 για την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και αργότερα, το 2000, όταν τέθηκε το ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες των ελλήνων πολιτών αλλά και σήμερα, είναι έντονες οι συζητήσεις σχετικά με την αναπλαισίωση των σχέσεων και τον επαναπροσδιορισμό των ρόλων τους μέσα στο κράτος. Τόσο τα πολιτικά κόμματα, όσο και οι ιεράρχες φαίνονται διχασμένοι ενώπιον της ενδεχόμενης μεταβολής των σχέσεων της Εκκλησίας με την Πολιτεία, ή της διατήρησης της συναλληλίας-συνεργασίας, όπως αυτή εφαρμόζεται σήμερα, αφού είναι ήδη διακριτοί οι ρόλοι τους και συνταγματικά ρυθμισμένες οι σχέσεις τους.
Appears in Collections:ΟΡΘ Διπλωματικές Εργασίες

Files in This Item:
File Description SizeFormat 
Φάκος Β-Σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας.pdfΔιπλωματική Εργασία1.48 MBAdobe PDFView/Open


Items in Apothesis are protected by copyright, with all rights reserved, unless otherwise indicated.